λευκό μπαλσάμικο Τοσκάνης


Η ψηλούλα θα απασχολήσει ξανά την εσχατόμυγα στο μέλλον. Για όσους έχασαν επεισόδια ανατρέξατε εδώ.

Ομήρου Αιδοιάδα

Στο σχολείο βαριόμουν. Βαριόμουνα συνέχεια. Άντε να τεντωθεί λίγο η Μίνα να πάρω μάτι το στήθος της (το λέω στήθος κι όχι βυζιά διότι διαβάζουν και κιουριες ((πολύ καταπίεση όμως ε;)) μόλις έκανα παρένθεση μέσα στην παρένθεση;), άντε να της πέσει το στυλό της Δέσποινας να σκύψει να δω το σλόγκι της, να φυσήξει απ' το παράθυρο να σηκωθεί η κυρία Οικονόμου στις μύτες των ποδιών της να το κλείσει να δω την κοιλίτσα της.

Κάπως έτσι περνούσε η ώρα. Έτσι και ζωγραφίζοντας στο θρανίο. 'Ο,τι να 'ναι. Θυμάμαι όταν κάναμε Ομήρου Ιλιάδα ένιωθα emo πολύ πριν γίνουν της μοδός. Ήθελα να κόψω τις φλέβες μου με τον χάρακα ακούγοντας Smiths. Τι; Δεν είναι emo οι Smiths;...

Στο θρανίο λοιπόν εκείνη την εποχή είχα ζωγραφίσει μια επικών διαστάσεων μα αμφιβόλου ποιότητος σκηνή μάχης όπου οι Αχαιοί ήταν πέη και οι Τρώες αιδοία. Αντί για δόρατα οι Αχαιοί εκσφενδόνιζαν σπέρμα και οι Τρώες Durex. Ναι, στην εποχή μου το δημοφιλέστερο μέσο αντισύλληψης ήταν οι καπότες. Σήμερα εσείς οι νέοι έχετε τουίτερ, Παντελίδη και Όλγα Τρέμη.

Ε, τέλος πάντων, είχε πολύ πλάκα αν και η κυρία Οικονόμου δεν το 'βρισκε καθόλου αστείο όσο κι αν προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι τελικά ο Έκτορας με τη μορφή τριχωτού αιδοίου κι ο Αχιλλέας με τη μορφή ντούρου πέους κάτω απ' τα τείχη της Τροίας είχαν νόημα:

(Αχιλλέας) - Κατέβα ρε μ0#νί αν είσαι άντρας!
(Πρίαμος) - Τι φωνάζετε κύριε μεσημεριάτικο; Κοιμούνται!
(Αχιλλέας) - Δε μιλάω σε 'σενα ρε γεροντόμ0#νο, Στο άλλο μ0#νί μιλάω, τον γιο σου! Πες του να κατέβει να τον σκίσω!
(Έκτορας) - Θα μου κλάσεις την Τροία ρε στρατόκαυλε!

Ε, τα υπόλοιπα είναι γνωστά απ' την ιστορία να μην τα επαναλάβουμε. Το 'σκισε το μ0#νί ο Αχιλλέας, το τσουρτσουρομάδησε, το 'δεσε στον κοτσαδόρο της άμαξας - impreza και το 'συρε ως το free camping των Αχαιών στο κακό του το χάλι, μαδημένο, λασπωμένο, μαραμένο.

Με δέος λοιπόν διαπιστώνουμε πως πολλές εκφράσεις την νεοελληνικής γλώσσας έχουν τις ρίζες τους στο ένδοξο παρελθόν του γένους μας όπως: έγινα μ0#νί, μαδημένο μ0#νί, μαραμένο μ0#νί, κλαμένο μ0#νί, μ0#νί της λάσπης, μ0#νί καπέλο κτλ.

Ρυμουλκούμενος λοιπόν ο Έκτορας μ0#νί από τον σκίστη Αχιλλέα άφηνε πάνω στο χώμα γραμμές. Ο Αχιλλέας για να τρολάρει τον Πρίαμο έγραψε με το σώμα του γιου του στη γη μπροστά απ' τα τείχη της Τροίας τους πρώτους στίχους του ποιήματος του Ομήρου:


Με καλλιγραφικά γράμματα.

Ε, κι έτσι βγήκε το "μ0#νί καλλιγραφία".

οποποποπ

"Κύριε Γεωργίου η απόδοσή σας έχει φτάσει στο ναδίρ. Είστε μονίμως αφηρημένος. Πασχίζω να βρω ένα μονάχα λόγο να σας κρατήσω στην εταιρεία μου."

Πάσχιζε και η κρέπα να χωρέσει στο στόμα του ευτραφούς αφεντικού του καθώς τον κατσάδιαζε για πολλοστή φορά. Ο κος Γεωργίου χαιρέτησε, βγήκε απ' το γραφείο του διευθυντή, πήρε το σακάκι του, στάθηκε μπροστά απ' το ρολόι: Πέντε και πενήντα εννέα και πενήντα δεπτερόλεπτα. Πέντε και πενήντα εννέα και πενήντα πέντε δεπτερόλεπτα. Εξι ακριβώς. Σχόλασε.

Κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ. Σταμάτησε στην ρεσεψιόν:

-Καλό Σαββατοκύριακο κυρία Λεκάκη.
-Καλό Σαββατοκύριακο κύριε Γεωργίου...



Στον δρόμο για το σπίτι του κοντοστάθηκε έξω από ένα pet shop. Είδε το είδωλό του στην βιτρίνα. Κοντά περιποιημένα μαλλιά, μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μάτια, λεία επιδερμίδα, έντονα ζυγωματικά, λεπτά χείλη. Φαινόταν τόσο κουρασμένος. Χαμένος. Άδειος. Μπήκε στο pet shop με την ίδια ενοχή που θα 'νιωθε κι ένας Καθολικός μπαίνοντας σε ένα strip club. Σχεδόν μηχανικά και χωρίς σκέψη αγόρασε μια γυάλα με ένα μικρό χρυσόψαρο.

Έφτασε σπίτι του και ακούμπησε την γυάλα πάνω στην σιφονιέρα μπροστά απ' τον μεγάλο καθρέπτη. Την κοίταξε. Άπλωσε το χέρι του και την έσπρωξε λιγάκι προς τα δεξιά να κάτσει στο κέντρο του επίπλου. Την ξανακοίταξε. Έβγαλε το λινό του μαντήλι και σκούπισε την δαχτυλιά του πάνω απ' το γυαλί. Πήγε να κοιμηθεί.




Κάθε πρωί ο κος Γεωργίου αφού ετοιμαζόταν στεκόταν μπροστά από την γυάλα, κοιτούσε το χρυσόψαρο, του 'λεγε αντίο, περίμενε επτά δεπτερόλεπτα κι έφευγε. Τα μεσημέρια το τάιζε. Μια φορά την εβδομάδα άλλαζε το νερό του.

Με τον καιρό το χρυσόψαρο ξεθάρρεψε. Του 'λεγε αντίο ο κος Γεωργίου κι εκείνο ανταπέδιδε. Ο κος Γεωργίου δεν το τάιζε πια ανέκφραστος. Που και που χαμογελούσε. Εκείνο ανοιγόκλεινε μονίμως το στόμα του σαν να τον κορόιδευε: οποποποποποποπ...

Ο κος Γεωργίου αργότερα επέτρεψε στον εαυτό του  να γελά με την καρδιά του με τις αντιδράσεις του μικρού του φίλου. Σιγά σιγά του μιλούσε όλο και πιο πολύ. Του 'λεγε πως πάντα ζεσταίνει δύο λωρίδες μπέικον στον φούρνο μικροκυμάτων δύο λεπτά και πέντε δεπτερόλεπτα και πως κρατά τον χρόνο με το ρολόι του διότι το ρολόι του φούρνου έχει χαλάσει και πως ποτέ δεν τον αφήνει να ολοκληρώσει κι ανοίγει το πορτάκι πέντε δεπτερόλεπτα νωρίτερα.

Του είπε για την δουλειά του. Για το γλοιώδες αφεντικό του. Του είπε για την κυρία Λεκάκη στην γραμματεία.

Γενικά του μιλούσε. Μα κι εκείνο λαλίστατο: οποποποποποποπ...



Ένα μεσημέρι ο κος Γεωργίου έφτασε στο σπίτι του. Στάθηκε μπροστά στην γυάλα. Το χρυσόψαρο τον καλωσόρισε. Ο κος Γεωργίου δεν χαμογέλασε. Το αφεντικό του τον είχε απολύσει.

"Τι κοιτάς; Εσύ νομίζεις είσαι καλύτερο; Νομίζεις ότι κάτι καταφέρνεις στη ζωή σου; Είσαι, είσαι, είσαι κλεισμένο σε μια γυάλα, είσαι και το μόνο που ξέρεις να λες είναι "οποποποποπ"... Μέχρι και το φαΐ σου έτοιμο το έχεις. Ποιος σου δίνει το δικαίωμα να, να, να, να, με κρίνεις;"

Ο κος Γεωργίου τώρα φώναζε:

"Έχω βαρεθεί να βλέπω την ηλίθια φάτσα σου! Συνέχεια ανέκφραστο! Συνέχεια βαρετό! Συνέχεια το το το το ίδιο συνέχεια! Σε έχω σιχαθεί!"

Ο κος Γεωργίου σήκωσε το χέρι του κι έριξε την γυάλα κάτω. Έσπασε. Το χρυσόψαρο σπαρτάρισε στο πάτωμα. Εκείνος άνοιξε την πόρτα και βγήκε απ' το διαμέρισμά του κόκκινος απ' τον θυμό του.

18:22:33 - Ο κος Γεωργίου πατούσε το κουμπί της στάσης του λεωφορείου. Οι πόρτες άνοιξαν. Πέρασε στην είσοδο της εταιρείας που εργάζονταν.

18:25:34 - Ο κος Γεωργίου άνοιγε την πόρτα του πρώην αφεντικού του την ώρα που εκείνος πάσχιζε να χωρέσει μια μηλόπιτα στο στόμα του.

18:31:36 - Ο κος Γεωργίου είχε ρίξει το πρώην αφεντικό του στο πάτωμα και πίεζε με την βάση της παλάμης του την μηλόπιτα μέσα στο στόμα του κρατώντας φυσικά με το άλλο χέρι τη μύτη του κλειστή.



18:35:02 - Ο κος Γεωργίου στέκονταν μπροστά απ' το γραφείο της κας Λεκάκη. Την έπιασε απ' τα μπράτσα, την σήκωσε και την πέταξε στο γραφείο της. Έχωσε τα δάκτυλά του στα μαλλιά της και την κοίταξε στα μάτια.

18:35:21 - Ο κος Γεωργίου ανέπνεε με έντονο ρυθμό απ' τη μύτη του καθώς φιλούσε την κα Λεκάκη η οποία τώρα είχε σταματήσει να αντιστέκεται και κρατούσε κόντρα με τα δυο της χέρια πάνω απ' το κεφάλι της την άκρη του γραφείου της.

18:40:11 - Ο κος Γεωργίου σταμάτησε να φιλά την κα Λεκάκη. Πήρε ένα post-it, έγραψε το νούμερό του και το κόλλησε στο κούτελό της.



18:46:59 - Ο κος Γεωργίου περπατούσε στον δρόμο με βηματισμό σταθερό, ρυθμικό, σχεδόν χορευτικό. Χαμογελούσε.

Έφτασε στο σπίτι του. Άνοιξε την πόρτα. Στάθηκε μπροστά απ' την σιφονιέρα. Κοίταξε στο πάτωμα. Δεν είδε το χρυσόψαρο πουθενά. Ούτε τα κομμάτια της γυάλας. Έσκυψε. Παντού σκόρπια θραύσματα ενός καθρέπτη. Καθρέπτη;

Ξανασηκώθηκε. Κοίταξε τον καθρέπτη πάνω απ' την σιφονιέρα.

Τον σπασμένο καθρέπτη πάνω απ' την σιφονιέρα.

Πάνω στα κρεμασμένα κομμάτια του είδε το είδωλό του.

"Γεια σου, Μιχάλη", του είπε.

"Οποποποπ...", απάντησε το είδωλο.

τρεις λουόμενες στις Τρεις Γέφυρες


Σταματημένος στο φανάρι στις Τρεις Γέφυρες, πρώτος στη σειρά, βροχή, κίνηση (πάνε πακέτο όπως βροχή-σαλιγκάρια, βροχή-μαλλί Diane Ross, βροχή-μανα κάνει το ισόγειο ταράτσα σε 00:12'' να μαζέψει τα απλωμένα κτλ) και κοιτώ έξω απ' το παράθυρο στην διαχωριστική νησίδα. Τρία περιστέρια τριβόντουσαν στα βρεμένα πλακάκια κι άνοιγαν τις φτερούγες τους όπως εμείς σηκώνουμε τα χέρια μας να τριφτουμε όταν κάνουμε μπάνιο. Είχε πολύ πλάκα.

Οι από πίσω μου δεν το βρήκαν τόσο αστείο. Έχασα τo πράσινο.

η τρύπα

Κάποτε δυο μικροί φίλοι έπαιζαν στο δάσος με το μπαλωμένο, γαλάζιο τόπι τους. Κλωτσιά στην κλωτσιά το παιχνίδι τους έπεσε σε μια μεγάλη μαύρη τρύπα. Τα δυο παιδιά στάθηκαν από πάνω της και κοίταξαν μα πουθενά το τόπι. Μόνο το μαύρο σκοτάδι της τρύπας.

Σκέφτηκαν να μπουν μέσα μα για να σιγουρευτούν για το βάθος της αποφάσισαν να ρίξουν κάτι να ακούσουν τον γδούπο. O μικρότερος έβγαλε απ' την τσέπη του το κολατσιό του, ένα τοστ με αντζούγια, μαρούλι και ντομάτα. Την σιχαινόταν την αντζούγια. Το έριξε στην τρύπα. Περίμεναν, περίμεναν μα δεν ακούστηκε τίποτα. Μετά έριξαν μια πέτρα. Περίμεναν, περίμεναν μα πάλι τίποτα. Έριξαν μια πιο μεγάλη πέτρα. Τίποτα. Μετά μια πιο μεγάλη. Και ξανά. Ξανά. Ξανά.


Ό,τι κι αν έριχναν στην τρύπα δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος απ' τον πάτο της. Εκείνο το απόγευμα τα παιδιά έχασαν το μπαλωμένο, γαλάζιο τόπι τους μα βρήκαν ένα νέο παιχνίδι, την αχόρταγη τρύπα. Και κάθε απόγευμα που ακολούθησε συναντιόντουσαν στο δάσος και πετούσαν μέσα στην τρύπα τα πάντα. Ακόμη και τα σκουπίδια που τους έδιναν οι μανάδες τους δεν τα πετούσαν στους κάδους μα μέσα στην τρύπα. Μάλιστα για να βγάλουν το χαρτζιλίκι τους τις Κυριακές ζητούσαν τις σακούλες σκουπιδιών από την γειτονιά τους και τις πετούσαν στην τρύπα.

Οι δύο φίλοι μεγάλωσαν και με τις οικονομίες τους αγόρασαν το οικόπεδο που κάποτε ήταν δάσος και αποφάσισαν να βγάλουν άδεια λειτουργίας χωματερής. Ερχόντουσαν λοιπόν τα σκουπιδιάρικα και ξεφόρτωναν τα σκουπίδια τους στην τρύπα τους. Δύο, πέντε, δέκα σκουπιδιάρικα την ημέρα. Ήταν απορίας άξιο πώς χωρούσαν τόσα σκουπίδια στην τρύπα των δύο φίλων μα τι τους ένοιαζε; Τα σκουπίδια εξαφανιζόντουσαν και δεν ενοχλούσαν κανέναν.

Οι δύο φίλοι αποφάσισαν αργότερα να δεχτούν περισσότερα σκουπίδια από όμορους δήμους. Δουλειές με φούντες. Τα νέα ταξίδεψαν σε ολόκληρο τον κόσμο κι αρκετές χώρες αποφάσισαν να συνεργαστούν με την εταιρεία τους ώστε να ξεφορτωθούν τα πυρηνικά τους απόβλητα στην τρύπα τους. Έτσι λοιπόν κάθε μήνα χιλιάδες βαρέλια με τοξικά απόβλητα έφταναν στις εγκαταστάσεις τους και ρίχνονταν κι αυτά στην τρύπα.

Οι δύο φίλοι ήταν πια δισεκατομμυριούχοι. Έχαιραν της εκτίμησης ολόκληρου του πλανήτη. Βραβεύτηκαν από διεθνείς οργανισμούς για την συνεισφορά τους στην προστασία του περιβάλλοντος. Έγιναν πρόσωπα της χρονιάς. Χρήμα. Δόξα. Αναγνώριση. Μεγαλείο.

Όσο για την τρύπα εκείνη κατάπινε αδιαμαρτύρητα ό,τι της έριχναν μέσα της. Σκουπίδια, χημικά, απόβλητα, πυρηνικά... τα πάντα. Όλος ο κόσμος ενδιαφέρονταν πια για την τρύπα των δύο φίλων. Οι χωματερές έκλεισαν. Οι ωκεανοί καθάρισαν.



Πέρασαν  αρκετά χρόνια και τα μαλλιά τους είχαν πια γκριζάρει όταν αποφάσισαν να δοκιμάσουν κάτι νέο και διαφορετικό. Εκμεταλλευόμενοι την επιρροή τους στις κυβερνήσεις των χωρών που ξεφόρτωναν τα απόβλητά τους στην τρύπα τους απαίτησαν και πέρασαν νόμους στα κοινοβούλια που επέτρεπαν στις κοινωνίες να "απαλλάσσονται" από "απόβλητα" άτομα ρίχνοντάς τα στην τρύπα. Ομοφυλόφιλοι, διανοούμενοι, άθεοι, κατά πώς έκρινε η κάθε κοινωνία πλήρωνε κι έχωνε τους "απόβλητους" στην τρύπα τους.

Όλα πήγαιναν περίφημα. Ποτέ ξανά ο κόσμος δεν φαινόταν τόσο καθαρός, αμόλυντος και τακτοποιημένος. Αρκετά χρόνια μετά όταν οι δύο φίλοι ήταν πια γέροι τους κάλεσαν στην έδρα των Ενωμένων Εθνών και τους απένειμαν άλλο ένα βραβείο. Όταν η δεξίωση τελείωσε τα δυο γερόντια υποβασταζόμενα κατέβηκαν τις μαρμάρινες σκάλες κάτω από τις επευφημίες, τα φλας και τα χειροκροτήματα του πλήθους. Ξαφνικά κι ενώ ήταν έτοιμοι να μπουν στη λιμουζίνα τους κάτι απαλό έπεσε στο κεφάλι ενός εκ των δύο φίλων.

Κοίταξε εκείνος απορημένος στο τσιμέντο να δει τι του 'ρθε ουρανοκατέβατο.

Ήταν ένα μπαλωμένο, γαλάζιο τόπι.

Σήκωσε αργά το κεφάλι του.

Το παγωμένο του βλέμμα συνάντησε εκείνο του φίλου του.

Ακριβώς εκείνη την στιγμή που στο δικό του κεφάλι έπεφτε από τον ουρανό ένα τοστ με αντζούγια, ντομάτα και μαρούλι.


ο κος Λενιν Ουάν Τούθρι


hello friki


η σκακιέρα


Τα λευκά μου παρατεταγμένα απέναντι στα μαύρα σου.

Μπροστά τα πιόνια μου αντικρίζουν τα δικά σου.

Πίσω οι πύργοι. Πύργοι που κρατούν φυλακισμένα τα "θέλω" μας.

Τα άλογα. Άλογα, παράλογα με λόγο απαλό, ηχηρό κι άηχο.

Οι αξιωματικοί. Αξιωματικοί, ανάξιοι, τυφλοί κι αδέξιοι.

Κι ένας βασιλιάς.

Και μια βασίλισσα.

Μια γυναίκα.

Ένας άντρας.

Δυο μονάδες.

Ένα συν ένα δεν κάνουν δύο, είχες πει. Κάνουν δύο μονάδες. Τα πάντα διατηρούν τελικά την υπόστασή τους. Δεν έχεις άδικο.

Τα λευκά μου παρατεταγμένα απέναντι στα μαύρα σου. Δυο στρατοί έτοιμοι να συγκρουστούν. Να αναμετρηθούν. Και τα άδεια τετράγωνα ανάμεσά τους οι φόβοι που πρέπει να βαδίσουν για να σμίξουν. Ο φόβος της απώλειας. Της απόρριψης. Της αμφισβήτησης. Της αποτυχίας.

Ίσως τελικά και της επιτυχίας.

Ίσως.

Τα λευκά μου παρατεταγμένα απέναντι στα μαύρα σου. Σκυφτοί και οι δύο πάνω από μια σκακιέρα. Προσπαθείς να συγκεντρωθείς. Σηκώνω το βλέμμα μου και σε κοιτώ. Χαμένη μέσα στις σκέψεις σου. Τα μάτια σου καρφωμένα στα πιόνια σου. Η αγωνία στο πρόσωπό σου.

Περιμένεις. Σκέφτεσαι. Σιωπάς...

Μα δεν αντέχω άλλο.

Θέλω να σε ρωτήσω κάτι.

-Ρε κοπελιά, είσαι σίγουρη ξέρεις πως παίζεται;

-Τσουρέκια μου τα 'χεις κάνει ματάκια μου, θα σκάσεις;

-Τι να σκάσω, μ' έχεις σκάσει ρε αγάπη! Πιασ' το το ρημάδι και καν' το μια έτσι στο τετραγωνάκι μπροστά! Πρώτη κίνηση είναι να πούμε δεν θέλει σκέψη, ασιχτίρ μ' έσκασες!

-Ντάξει ρε Κασπάροφ, να θυμώσουν να πλήρωνες την Βονταφον να 'χαμε τωρα ίντερνετ να 'κανες τα γούστα σου. Εδώ τώρα ρε πουρέ! Εδώ! Σκάκι ρε! θα παίξεις και θα πεις κι ένα τραγούδι!